Καλοήθεις Παθήσεις Θυρεοειδούς

Τι είναι οι καλοήθεις παθήσεις του θυρεοειδούς;

Ο θυρεοειδής είναι ένας αδένας στο πρόσθιο μέρος του λαιμού που παράγει ορμόνες απαραίτητες για τη ρύθμιση του μεταβολισμού.

Οι καλοήθεις παθήσεις του περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων: από μεμονωμένους όζους και κύστεις μέχρι πολυοζώδη βρογχοκήλη, παθήσεις που προκαλούν υπερθυρεοειδισμό και αυτοάνοσες θυρεοειδίτιδες.

Πολλές ανακαλύπτονται τυχαία και χρειάζονται μόνο παρακολούθηση. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, ο θυρεοειδής μπορεί να μεγαλώσει αρκετά ώστε να προκαλεί πίεση στον λαιμό ή ένας όζος να χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ή θεραπεία. Οι σύγχρονες οδηγίες τονίζουν ότι οι περισσότεροι θυρεοειδικοί όζοι είναι καλοήθεις και ασυμπτωματικοί και δεν χρειάζονται θεραπεία.


παθήσεις θυρεοειδούς

Βασικές καλοήθεις παθήσεις

Θυρεοειδικοί όζοι & κύστεις

Ο θυρεοειδικός όζος είναι μια εντοπισμένη περιοχή του αδένα που διαφέρει από τον υπόλοιπο θυρεοειδικό ιστό.

Οι όζοι είναι πολύ συχνοί και στη μεγάλη πλειονότητά τους καλοήθεις. Μπορεί να είναι συμπαγείς, κυστικοί ή μικτοί και συχνά εντοπίζονται τυχαία σε υπερηχογράφημα ή άλλη απεικονιστική εξέταση.

Η ανάγκη για παρακέντηση ή παρακολούθηση δεν καθορίζεται μόνο από το μέγεθος, αλλά κυρίως από τα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά και το συνολικό προφίλ κινδύνου.

Πολυοζώδης βρογχοκήλη

Στην πολυοζώδη βρογχοκήλη ο θυρεοειδής έχει αυξημένο μέγεθος και περιέχει πολλούς όζους.

Μπορεί να παραμένει σταθερή για χρόνια χωρίς προβλήματα ή να αυξάνεται σταδιακά και να προκαλεί αίσθημα πίεσης, δυσκολία στην κατάποση ή, όταν επεκτείνεται προς τον θώρακα, πίεση στην τραχεία και άλλες γειτονικές δομές.

Τοξικός όζος & τοξική πολυοζώδης βρογχοκήλη

Σε αυτές τις παθήσεις ένας ή περισσότεροι όζοι παράγουν θυρεοειδικές ορμόνες ανεξάρτητα από τον φυσιολογικό έλεγχο του οργανισμού και προκαλούν υπερθυρεοειδισμό.

Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ραδιενεργό ιώδιο, χειρουργική επέμβαση ή, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, άλλες ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές. Οι ευρωπαϊκές οδηγίες αναγνωρίζουν το ραδιενεργό ιώδιο ως εναλλακτική της χειρουργικής θεραπείας στους υπερλειτουργικούς μονήρεις όζους.

Νόσος Graves

Η νόσος Graves είναι αυτοάνοση πάθηση κατά την οποία ολόκληρος ο θυρεοειδής υπερλειτουργεί και παράγει περισσότερες ορμόνες από όσες χρειάζεται ο οργανισμός.

Αντιμετωπίζεται με αντιθυρεοειδικά φάρμακα, ραδιενεργό ιώδιο ή χειρουργική θεραπεία, ανάλογα με την ηλικία, τα συμπτώματα, το μέγεθος του θυρεοειδούς, την παρουσία οφθαλμοπάθειας και τις προτιμήσεις του ασθενούς.

Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto είναι επίσης πολύ συχνή καλοήθης πάθηση του θυρεοειδούς, αλλά συνήθως αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά και δεν χρειάζεται χειρουργείο. Χειρουργική αξιολόγηση έχει θέση όταν συνυπάρχει σημαντική βρογχοκήλη, πιεστικά συμπτώματα ή ύποπτος όζος.


Συμπτώματα

Πολλοί θυρεοειδικοί όζοι και ακόμη και μια μικρή βρογχοκήλη δεν προκαλούν κανένα σύμπτωμα.

Όταν μια καλοήθης πάθηση αυξήσει σημαντικά το μέγεθος του θυρεοειδούς, ο ασθενής μπορεί να παρατηρήσει:

  • διόγκωση ή ογκίδιο στον λαιμό
  • αίσθημα πίεσης ή «σφιξίματος»
  • δυσκολία ή ενόχληση στην κατάποση
  • δυσκολία στην αναπνοή, ιδιαίτερα σε μεγάλη ή καταδυόμενη βρογχοκήλη
  • αλλαγή στη φωνή ή βραχνάδα

Όταν συνυπάρχει υπερθυρεοειδισμός, μπορεί να εμφανιστούν ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, απώλεια βάρους, δυσανεξία στη ζέστη, εφίδρωση, τρόμος, νευρικότητα και διαταραχές ύπνου.

Αντίθετα, παθήσεις που οδηγούν σε υποθυρεοειδισμό μπορεί να συνοδεύονται από κόπωση, αύξηση βάρους, δυσανεξία στο κρύο, ξηροδερμία και δυσκοιλιότητα.

Η επίμονη βραχνάδα, η γρήγορη αύξηση μιας μάζας στον λαιμό ή η σημαντική δυσκολία στην κατάποση ή στην αναπνοή χρειάζονται άμεση διερεύνηση. Δεν σημαίνουν απαραίτητα κακοήθεια, αλλά δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα σε μια «απλή βρογχοκήλη».


Αίτια και παράγοντες κινδύνου

Δεν υπάρχει μία κοινή αιτία για όλες τις καλοήθεις παθήσεις του θυρεοειδούς.

Στην εμφάνιση θυρεοειδικών όζων και βρογχοκήλης μπορεί να συμβάλλουν:

  • η ηλικία
  • η γενετική προδιάθεση
  • προηγούμενη ή ανεπαρκής πρόσληψη ιωδίου
  • αυτοάνοσες παθήσεις του θυρεοειδούς
  • ορισμένες ορμονικές και μεταβολικές επιδράσεις

Η νόσος Graves και η θυρεοειδίτιδα Hashimoto έχουν αυτοάνοση προέλευση, ενώ οι τοξικοί όζοι αποκτούν σταδιακά αυτόνομη λειτουργία και παράγουν θυρεοειδικές ορμόνες ανεξάρτητα από την TSH.


Διάγνωση

Η διερεύνηση ξεκινά από τη λειτουργία και την εικόνα του θυρεοειδούς

Εξετάσεις αίματος

Η TSH αποτελεί συνήθως την πρώτη εργαστηριακή εξέταση.

Ανάλογα με το αποτέλεσμα μπορεί να ελεγχθούν:

  • ελεύθερη Τ4 και Τ3
  • αντισώματα θυρεοειδούς όταν υπάρχει υποψία αυτοάνοσης νόσου
  • άλλοι δείκτες όταν υπάρχει συγκεκριμένη κλινική ένδειξη

Υπερηχογράφημα θυρεοειδούς

Το υπερηχογράφημα δείχνει:

  • το μέγεθος του αδένα
  • τον αριθμό και τις διαστάσεις των όζων
  • αν ένας όζος είναι συμπαγής, κυστικός ή μικτός
  • συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με μεγαλύτερη ή μικρότερη πιθανότητα κακοήθειας

Τα ευρήματα μπορούν να ταξινομηθούν με συστήματα όπως το EU-TIRADS, ώστε να καθοριστεί ποιοι όζοι χρειάζονται FNA και ποιοι μπορούν απλώς να παρακολουθούνται.

Παρακέντηση με λεπτή βελόνα – FNA

Η FNA δεν χρειάζεται σε κάθε όζο.

Πραγματοποιείται όταν ο συνδυασμός μεγέθους και υπερηχογραφικών χαρακτηριστικών δημιουργεί επαρκή ένδειξη για κυτταρολογικό έλεγχο. Το αποτέλεσμα βοηθά να αποφασιστεί αν ο όζος χρειάζεται απλή παρακολούθηση ή περαιτέρω αντιμετώπιση.

Σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς

Όταν η TSH είναι χαμηλή, μπορεί να χρειαστεί σπινθηρογράφημα ώστε να διαπιστωθεί αν ένας όζος λειτουργεί αυτόνομα και παράγει υπερβολική ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών.

Το σπινθηρογράφημα έχει ιδιαίτερη σημασία σε τοξικό αδένωμα ή τοξική πολυοζώδη βρογχοκήλη.


Αντιμετώπιση

Οι περισσότεροι καλοήθεις όζοι δεν χρειάζονται θεραπεία

Ένας καλοήθης όζος που δεν προκαλεί συμπτώματα και δεν έχει ανησυχητικά χαρακτηριστικά μπορεί συνήθως να παρακολουθείται.

Οι ευρωπαϊκές οδηγίες μάλιστα δεν συνιστούν φαρμακευτική καταστολή της TSH με θυρεοειδική ορμόνη για τη συρρίκνωση καλοήθων όζων σε άτομα με φυσιολογική λειτουργία του θυρεοειδούς.

Φαρμακευτική θεραπεία

Στη νόσο Graves χρησιμοποιούνται αντιθυρεοειδικά φάρμακα για τον έλεγχο της υπερπαραγωγής ορμονών.

Στον υποθυρεοειδισμό, όπως συχνά συμβαίνει στη Hashimoto, χορηγείται λεβοθυροξίνη όταν υπάρχει ένδειξη.

Ραδιενεργό ιώδιο

Το ραδιενεργό ιώδιο αποτελεί θεραπευτική επιλογή για:

  • νόσο Graves
  • τοξικό αδένωμα
  • τοξική πολυοζώδη βρογχοκήλη
  • σε επιλεγμένες περιπτώσεις μεγάλης καλοήθους πολυοζώδους βρογχοκήλης

Η καταλληλότητά του εξαρτάται από την πάθηση, το μέγεθος του αδένα, τα συμπτώματα και το προφίλ του ασθενούς.

Ελάχιστα επεμβατικές θεραπείες όζων

Σε καλοήθεις συμπαγείς όζους που προκαλούν πίεση ή αισθητικό πρόβλημα, η θερμική κατάλυση — όπως η ραδιοσυχνότητα (RFA) — αποτελεί πλέον επιλογή για κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς.

Στις απλές ή κυρίως κυστικές βλάβες μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατάλυση με αιθανόλη.

Οι τεχνικές αυτές δεν προορίζονται για κάθε όζο και πριν εφαρμοστούν χρειάζεται αξιόπιστη επιβεβαίωση ότι η βλάβη είναι καλοήθης.

Το ότι ένας όζος μεγαλώνει δεν σημαίνει αυτομάτως ότι χρειάζεται χειρουργείο. Η απόφαση βασίζεται στα υπερηχογραφικά και κυτταρολογικά χαρακτηριστικά, στα συμπτώματα, στη λειτουργία του θυρεοειδούς και στον ρυθμό μεταβολής του όζου.


Πότε χρειάζεται χειρουργική θεραπεία;

Χειρουργική αντιμετώπιση εξετάζεται κυρίως όταν:

  • ένας όζος προκαλεί πίεση, δυσκολία στην κατάποση ή στην αναπνοή
  • υπάρχει μεγάλη ή καταδυόμενη βρογχοκήλη
  • η κυτταρολογική εξέταση είναι ύποπτη ή ακαθόριστη και δεν είναι κατάλληλη η απλή παρακολούθηση
  • ένας καλοήθης όζος αυξάνεται και γίνεται συμπτωματικός
  • υπάρχει τοξικός όζος ή πολυοζώδης βρογχοκήλη και η χειρουργική θεραπεία είναι η καταλληλότερη επιλογή
  • υπάρχει νόσος Graves και συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι υπέρ της θυρεοειδεκτομής

Στη Graves, για παράδειγμα, η χειρουργική θεραπεία έχει ιδιαίτερη θέση όταν υπάρχει μεγάλη βρογχοκήλη με πιεστικά συμπτώματα, ύποπτος όζος ή καρκίνος, σημαντική οφθαλμοπάθεια ή ανάγκη για γρήγορο και οριστικό έλεγχο του υπερθυρεοειδισμού.


Χειρουργική θεραπεία

Λοβεκτομή

Στη λοβεκτομή αφαιρείται ο ένας λοβός του θυρεοειδούς.

Μπορεί να αποτελεί την κατάλληλη επέμβαση όταν το πρόβλημα περιορίζεται στη μία πλευρά, όπως σε έναν μεγάλο συμπτωματικό όζο ή ένα τοξικό αδένωμα. Για μεμονωμένο τοξικό αδένωμα, οι οδηγίες της ATA προτείνουν λοβεκτομή — ή ισθμεκτομή όταν ο όζος βρίσκεται στον ισθμό.

Ολική θυρεοειδεκτομή

Στην ολική θυρεοειδεκτομή αφαιρείται ολόκληρος ο αδένας.

Μπορεί να χρειάζεται σε:

  • μεγάλη αμφοτερόπλευρη πολυοζώδη βρογχοκήλη,
  • καταδυόμενη βρογχοκήλη,
  • νόσο Graves όταν επιλεγεί χειρουργική θεραπεία,
  • ή άλλες περιπτώσεις στις οποίες η διατήρηση σημαντικού τμήματος του αδένα δεν προσφέρει θεραπευτικό πλεονέκτημα.

Στη χειρουργική θεραπεία της Graves, η ολική ή σχεδόν ολική θυρεοειδεκτομή αποτελεί την προτιμώμενη επέμβαση λόγω του πολύ χαμηλού κινδύνου υποτροπής του υπερθυρεοειδισμού.

Η χειρουργική θεραπεία προσαρμόζεται στην πάθηση και δεν σημαίνει πάντα αφαίρεση ολόκληρου του θυρεοειδούς. Όταν το πρόβλημα περιορίζεται σε έναν λοβό, σε αρκετές περιπτώσεις αρκεί η λοβεκτομή.


Μετά την επέμβαση / αποκατάσταση

Μετά από μια ανεπίπλεκτη επέμβαση θυρεοειδούς, η κινητοποίηση ξεκινά γρήγορα και η νοσηλεία είναι συνήθως σύντομη.

Τις πρώτες ημέρες μπορεί να υπάρχει ήπια ενόχληση στον λαιμό και στην κατάποση. Η επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται σταδιακά.

Μετά από ολική θυρεοειδεκτομή, χρειάζεται δια βίου λεβοθυροξίνη, καθώς ο οργανισμός δεν διαθέτει πλέον θυρεοειδή για την παραγωγή ορμονών.

Μετά από λοβεκτομή, ο λοβός που παραμένει συχνά παράγει επαρκείς ορμόνες. Σε ένα μέρος των ασθενών όμως μπορεί να εμφανιστεί υποθυρεοειδισμός και να χρειαστεί θεραπεία, γι’ αυτό ελέγχεται η TSH μετά την επέμβαση.

Μετά από ολική θυρεοειδεκτομή παρακολουθείται επίσης το ασβέστιο, επειδή οι παραθυρεοειδείς αδένες βρίσκονται πολύ κοντά στον θυρεοειδή και μπορεί προσωρινά να επηρεαστεί η λειτουργία τους.

Ασβέστιο και παραθυρεοειδείς

Μετά από ολική θυρεοειδεκτομή παρακολουθούνται τα επίπεδα ασβεστίου, επειδή οι παραθυρεοειδείς αδένες βρίσκονται πολύ κοντά στον θυρεοειδή και μπορεί προσωρινά να επηρεαστεί η λειτουργία τους.

Μούδιασμα γύρω από το στόμα ή στα δάχτυλα και μυϊκές κράμπες μετά την επέμβαση χρειάζονται ενημέρωση της ιατρικής ομάδας.

Παρακολούθηση μετά τη θεραπεία

Η παρακολούθηση προσαρμόζεται στον τύπο και στον κίνδυνο υποτροπής.

Στους διαφοροποιημένους καρκίνους μπορεί να περιλαμβάνει:

  • υπερηχογράφημα τραχήλου
  • θυρεοσφαιρίνη μετά από ολική θυρεοειδεκτομή
  • έλεγχο TSH
  • χσε επιλεγμένες περιπτώσεις απεικονιστικό έλεγχο με ραδιενεργό ιώδιο

Στο μυελοειδές καρκίνωμα η παρακολούθηση βασίζεται κυρίως στην καλσιτονίνη και το CEA.


Συχνές ερωτήσεις

Επικοινωνήστε μαζί μας

Για πληροφορίες σχετικά με παθήσεις, επεμβάσεις ή για τον προγραμματισμό της επίσκεψής σας, επικοινωνήστε με το ιατρείο.

Τηλέφωνο επικοινωνίας

6973343185

E-mail

gtheodoroleas@gmail.com
Κύλιση στην κορυφή