Όγκοι Λεπτού Εντέρου
Οι όγκοι του λεπτού εντέρου είναι σχετικά σπάνιοι και η αντιμετώπισή τους εξαρτάται από τον τύπο, τη θέση και την έκτασή τους, καθώς και από το αν πρόκειται για καλοήθη ή κακοήθη βλάβη.
Τι είναι οι όγκοι του λεπτού εντέρου;
Το λεπτό έντερο αποτελείται από το δωδεκαδάκτυλο, τη νήστιδα και τον ειλεό και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του πεπτικού σωλήνα. Παρ’ όλα αυτά, οι κακοήθεις όγκοι που αναπτύσσονται σε αυτό είναι πολύ λιγότερο συχνοί από τους καρκίνους του παχέος εντέρου ή του στομάχου.
Οι όγκοι του λεπτού εντέρου δεν αποτελούν μία ενιαία νόσο. Διαφέρουν ως προς τα κύτταρα από τα οποία προέρχονται, τη βιολογική τους συμπεριφορά και τη θεραπεία που χρειάζονται. Ορισμένοι είναι καλοήθεις και εντοπίζονται τυχαία, ενώ άλλοι είναι κακοήθεις και απαιτούν χειρουργική ή και συμπληρωματική ογκολογική θεραπεία.

Κύριοι τύποι όγκων του λεπτού εντέρου
Στο λεπτό έντερο εμφανίζονται επίσης καλοήθεις όγκοι, όπως λιπώματα, ινομυώματα και άλλες καλοήθεις βλάβες. Πολλοί δεν προκαλούν συμπτώματα, ενώ μεγαλύτεροι όγκοι μπορεί να οδηγήσουν σε αιμορραγία, πόνο ή απόφραξη του εντέρου.

Συμπτώματα
Οι όγκοι του λεπτού εντέρου συνήθως δεν προκαλούν χαρακτηριστικά συμπτώματα, ειδικά στα αρχικά στάδια. Για τον λόγο αυτό η διάγνωσή τους ενδέχεται να καθυστερήσει.
Ανάλογα με τη θέση και το μέγεθος του όγκου, μπορεί να εμφανιστούν:
- κοιλιακός πόνος ή κράμπες
- ναυτία και έμετοι
- ανεξήγητη απώλεια βάρους
- αδυναμία και κόπωση
- αναιμία
- αίμα στα κόπρανα ή μαύρα κόπρανα
- διάταση της κοιλιάς
- συμπτώματα εντερικής απόφραξης
Οι όγκοι του δωδεκαδακτύλου που πιέζουν ή αποφράσσουν τα χοληφόρα μπορεί να προκαλέσουν και ίκτερο, δηλαδή κιτρίνισμα του δέρματος και των ματιών.
Ορισμένοι νευροενδοκρινείς όγκοι παράγουν ορμόνες ή άλλες βιολογικά δραστικές ουσίες και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, προκαλούν συμπτώματα όπως διάρροια ή επεισόδια ερυθρότητας του προσώπου.
Αίτια και παράγοντες κινδύνου
Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι γνωστό γιατί αναπτύσσεται ένας όγκος στο λεπτό έντερο. Επίσης, οι παράγοντες κινδύνου δεν είναι ίδιοι για όλους τους τύπους όγκων.
Για ορισμένους κακοήθεις όγκους έχει διαπιστωθεί αυξημένος κίνδυνος σε άτομα με νόσο Crohn ή κοιλιοκάκη, καθώς και σε ορισμένα κληρονομικά σύνδρομα, όπως η οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση (FAP), το σύνδρομο Lynch και το σύνδρομο Peutz–Jeghers.
Η παρουσία ενός παράγοντα κινδύνου δεν σημαίνει ότι θα αναπτυχθεί όγκος, ενώ αρκετοί ασθενείς διαγιγνώσκονται χωρίς να έχουν κάποιον γνωστό προδιαθεσικό παράγοντα.
Διάγνωση
Η αξιολόγηση ξεκινά με τη λήψη ιστορικού, την κλινική εξέταση και τις εξετάσεις αίματος. Η παρουσία αναιμίας ή χρόνιας απώλειας αίματος από το πεπτικό αποτελεί σε ορισμένες περιπτώσεις την πρώτη ένδειξη ότι χρειάζεται περαιτέρω έλεγχος.
Η αξονική ή μαγνητική τομογραφία και οι πιο εξειδικευμένες τεχνικές απεικόνισης του λεπτού εντέρου βοηθούν στον εντοπισμό μιας βλάβης, στην εκτίμηση της σχέσης της με τα γύρω όργανα και στη διερεύνηση πιθανής εξάπλωσης.
Ανάλογα με τη θέση της βλάβης χρησιμοποιούνται επίσης:
- γαστροσκόπηση, ιδιαίτερα για όγκους του δωδεκαδακτύλου
- ενδοσκόπηση με κάψουλα, η οποία επιτρέπει την απεικόνιση μεγάλου μέρους του λεπτού εντέρου
- εντεροσκόπηση, όταν χρειάζεται άμεση εξέταση μιας βλάβης και λήψη βιοψίας
- ειδικότερες απεικονιστικές εξετάσεις όταν υπάρχει υποψία συγκεκριμένου τύπου όγκου
Η ενδοσκόπηση με κάψουλα δεν είναι κατάλληλη σε κάθε περίπτωση. Όταν υπάρχει υποψία στένωσης ή απόφραξης, πρέπει πρώτα να εκτιμηθεί ο κίνδυνος να εγκλωβιστεί η κάψουλα μέσα στο έντερο.
Η ιστολογική εξέταση είναι αυτή που τελικά καθορίζει τον τύπο του όγκου και αποτελεί βασικό στοιχείο για τον σχεδιασμό της θεραπείας.
Αντιμετώπιση
Η θεραπεία εξαρτάται κυρίως από τον τύπο του όγκου
Δεν αντιμετωπίζονται όλοι οι όγκοι του λεπτού εντέρου με τον ίδιο τρόπο.
Μικρές καλοήθεις βλάβες χωρίς συμπτώματα μπορεί, ανάλογα με τον τύπο και τα χαρακτηριστικά τους, να παρακολουθούνται ή να αφαιρεθούν ενδοσκοπικά. Μεγαλύτερες βλάβες που προκαλούν αιμορραγία, απόφραξη ή άλλα συμπτώματα συχνά χρειάζονται αφαίρεση.
Όταν πρόκειται για κακοήθη όγκο, η θεραπεία καθορίζεται από την ιστολογική διάγνωση, τη θέση του όγκου, το αν μπορεί να αφαιρεθεί πλήρως και το αν έχει επεκταθεί σε λεμφαδένες ή άλλα όργανα.
Για το αδενοκαρκίνωμα, η χειρουργική αφαίρεση αποτελεί τον βασικό τρόπο θεραπείας όταν η νόσος είναι εξαιρέσιμη.
Οι νευροενδοκρινείς όγκοι, τα GIST και τα λεμφώματα ακολουθούν διαφορετικά θεραπευτικά πρωτόκολλα και, ανάλογα με την περίπτωση, η χειρουργική θεραπεία συνδυάζεται ή αντικαθίσταται από ειδικές συστηματικές θεραπείες.
Χειρουργική θεραπεία / τεχνικές
Η επέμβαση καθορίζεται από τη θέση και τον τύπο του όγκου
Όταν χρειάζεται χειρουργική θεραπεία, στόχος είναι η ασφαλής αφαίρεση του όγκου με την κατάλληλη έκταση εκτομής για τη συγκεκριμένη νόσο.
Τμηματική εκτομή λεπτού εντέρου
Για πολλούς όγκους της νήστιδας ή του ειλεού αφαιρείται το τμήμα του λεπτού εντέρου που περιλαμβάνει τον όγκο και στη συνέχεια τα υγιή άκρα επανασυνδέονται.
Στα αδενοκαρκινώματα η επέμβαση περιλαμβάνει και την αφαίρεση του αντίστοιχου λεμφαδενικού ιστού. Αντίθετα, στα GIST η συστηματική αφαίρεση λεμφαδένων συνήθως δεν απαιτείται, καθώς αυτοί οι όγκοι σπάνια δίνουν λεμφαδενικές μεταστάσεις.
Επεμβάσεις στο δωδεκαδάκτυλο
Η χειρουργική θεραπεία των όγκων του δωδεκαδακτύλου εξαρτάται ιδιαίτερα από την ακριβή θέση τους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι εφικτή περιορισμένη ή τμηματική εκτομή. Όταν όμως ένας κακοήθης όγκος βρίσκεται σε περιοχή όπου το δωδεκαδάκτυλο συνδέεται στενά με το πάγκρεας και τα χοληφόρα, ενδέχεται να χρειαστεί πιο εκτεταμένη επέμβαση, όπως παγκρεατοδωδεκαδακτυλεκτομή (επέμβαση Whipple).
Λαπαροσκοπική ή ανοικτή προσπέλαση
Σε κατάλληλα επιλεγμένες περιπτώσεις, η εκτομή πραγματοποιείται λαπαροσκοπικά. Η ανοικτή προσπέλαση εξακολουθεί να έχει θέση σε μεγαλύτερους ή σύνθετους όγκους, όταν υπάρχει απόφραξη ή όταν η έκταση της επέμβασης απαιτεί ευρύτερη πρόσβαση.
Η επιλογή της τεχνικής γίνεται με βάση τη θέση, το μέγεθος και τον τύπο του όγκου και όχι μόνο με βάση το αν μια επέμβαση μπορεί τεχνικά να πραγματοποιηθεί λαπαροσκοπικά.
Μετά την επέμβαση / αποκατάσταση
Μετά την επέμβαση η κινητοποίηση και η επανέναρξη της διατροφής γίνονται σταδιακά, ανάλογα με το είδος και την έκταση της εκτομής και την πορεία της ανάρρωσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το τελικό ιστολογικό αποτέλεσμα, καθώς επιβεβαιώνει τον ακριβή τύπο του όγκου και παρέχει στοιχεία που καθορίζουν αν χρειάζεται επιπλέον θεραπεία.
Η περαιτέρω παρακολούθηση δεν είναι ίδια για όλους. Στο αδενοκαρκίνωμα μπορεί να χρειαστεί συμπληρωματική ογκολογική θεραπεία ανάλογα με το στάδιο και τα χαρακτηριστικά της νόσου, ενώ στα GIST και στους νευροενδοκρινείς όγκους εφαρμόζονται διαφορετικά θεραπευτικά και προγράμματα παρακολούθησης.
Συχνές ερωτήσεις
Επικοινωνήστε μαζί μας
Για πληροφορίες σχετικά με παθήσεις, επεμβάσεις ή για τον προγραμματισμό της επίσκεψής σας, επικοινωνήστε με το ιατρείο.
Τηλέφωνο επικοινωνίας
