
Για πολλά χρόνια επικρατούσε η αντίληψη ότι οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις εκκολπωματίτιδας οδηγούν σχεδόν νομοτελειακά στο χειρουργείο. Όσο αυξανόταν ο αριθμός των επεισοδίων, τόσο πλησίαζε —υποτίθεται— η στιγμή της επέμβασης.
Σήμερα η προσέγγιση είναι διαφορετική.
Ο αριθμός των επεισοδίων, από μόνος του, δεν αποτελεί λόγο για χειρουργική θεραπεία. Σημασία έχει η βαρύτητα της νόσου, το αν έχουν εμφανιστεί επιπλοκές, η συχνότητα και η ένταση των υποτροπών, αλλά και το πόσο επηρεάζουν τη ζωή του ασθενούς.
Τι είναι η εκκολπωματίτιδα;
Τα εκκολπώματα είναι μικρές προσεκβολές του τοιχώματος του παχέος εντέρου και εμφανίζονται συχνότερα στο σιγμοειδές.
Η παρουσία τους ονομάζεται εκκολπωμάτωση και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει πρόβλημα ή ότι χρειάζεται κάποια θεραπεία. Όταν όμως ένα ή περισσότερα εκκολπώματα παρουσιάσουν φλεγμονή, τότε μιλάμε για εκκολπωματίτιδα.
Από θεραπευτικής πλευράς, έχει ιδιαίτερη σημασία αν πρόκειται για μη επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα, όταν η φλεγμονή περιορίζεται τοπικά, ή για επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα, όταν έχει δημιουργηθεί απόστημα, διάτρηση, περιτονίτιδα, συρίγγιο ή στένωση του εντέρου.
Αυτή η διάκριση επηρεάζει πολύ περισσότερο την αντιμετώπιση από το αν πρόκειται για το πρώτο, το δεύτερο ή το τρίτο επεισόδιο.
Τι γίνεται σε ένα πρώτο επεισόδιο;
Μια ήπια, μη επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα συνήθως αντιμετωπίζεται συντηρητικά.
Όταν η γενική κατάσταση του ασθενούς είναι καλή και δεν υπάρχουν ενδείξεις επιπλοκής, η θεραπεία μπορεί συχνά να γίνει χωρίς νοσηλεία. Η αξονική τομογραφία βοηθά στην επιβεβαίωση της διάγνωσης και, κυρίως, στον έλεγχο για πιθανές επιπλοκές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για το πρώτο επεισόδιο ή όταν τα συμπτώματα είναι πιο έντονα.
Ακόμη και η χορήγηση αντιβιοτικών δεν θεωρείται πλέον απαραίτητη σε κάθε περίπτωση ήπιας, μη επιπλεγμένης εκκολπωματίτιδας. Η απόφαση λαμβάνεται ανάλογα με την κλινική εικόνα, τους παράγοντες κινδύνου και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.
Επομένως, ένα πρώτο μη επιπλεγμένο επεισόδιο που υποχωρεί χωρίς προβλήματα δεν αποτελεί ένδειξη για προγραμματισμένο χειρουργείο.
Τι αλλάζει αν η εκκολπωματίτιδα υποτροπιάσει;
Εδώ βρίσκεται και μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στη σύγχρονη αντιμετώπιση της νόσου.
Παλιότερα χρησιμοποιούνταν ένας σχετικά απλός κανόνας: μετά από δύο ή τρία επεισόδια εκκολπωματίτιδας, συζητούνταν η προγραμματισμένη αφαίρεση του σιγμοειδούς.
Σήμερα αυτή η λογική έχει εγκαταλειφθεί.
Ένας ασθενής μπορεί να έχει παρουσιάσει δύο ή τρία ήπια επεισόδια σε διάστημα αρκετών ετών και να μην υπάρχει ουσιαστικός λόγος για χειρουργική επέμβαση.
Αντίθετα, ένας άλλος ασθενής μπορεί να εμφανίζει συχνές υποτροπές, να χρειάζεται επανειλημμένα νοσηλεία, να έχει επίμονο πόνο μεταξύ των επεισοδίων ή να έχει περιορίσει σημαντικά την καθημερινότητά του εξαιτίας της νόσου. Σε αυτή την περίπτωση, η δυνατότητα προγραμματισμένης χειρουργικής θεραπείας αξίζει να συζητηθεί, ακόμη και χωρίς να έχει προηγηθεί σοβαρή επιπλοκή.
Με άλλα λόγια, δεν μετράμε απλώς τα επεισόδια. Αξιολογούμε τη συνολική πορεία της νόσου.
Πότε αυξάνονται οι πιθανότητες να χρειαστεί χειρουργείο;
Υπάρχουν ορισμένες επιπλοκές που αλλάζουν ουσιαστικά τα δεδομένα.
Απόστημα
Η φλεγμονή μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία αποστήματος γύρω από το έντερο.
Μικρά αποστήματα μπορούν σε αρκετές περιπτώσεις να αντιμετωπιστούν με αντιβιοτική αγωγή. Όταν το απόστημα είναι μεγαλύτερο, μπορεί να χρειαστεί διαδερμική παροχέτευση, με την τοποθέτηση καθετήρα υπό απεικονιστική καθοδήγηση.
Αφού υποχωρήσει η οξεία φλεγμονή, εκτιμάται αν υπάρχει ένδειξη για προγραμματισμένη αφαίρεση του τμήματος του εντέρου που πάσχει.
Συρίγγιο
Η χρόνια φλεγμονή μπορεί να δημιουργήσει παθολογική επικοινωνία ανάμεσα στο παχύ έντερο και ένα γειτονικό όργανο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κολοκυστικό συρίγγιο, δηλαδή η επικοινωνία του παχέος εντέρου με την ουροδόχο κύστη.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χειρουργική θεραπεία συνήθως αποτελεί μέρος της οριστικής αντιμετώπισης.
Στένωση ή απόφραξη
Οι επανειλημμένες φλεγμονές μπορεί με τον χρόνο να προκαλέσουν ουλοποίηση και στένωση του εντέρου.
Όταν η στένωση δυσχεραίνει τη δίοδο του εντερικού περιεχομένου ή προκαλεί απόφραξη, μπορεί να χρειαστεί αφαίρεση του στενωμένου τμήματος.
Διάτρηση και περιτονίτιδα
Σε περίπτωση ελεύθερης διάτρησης του εντέρου, με διαφυγή περιεχομένου στην κοιλιακή κοιλότητα και γενικευμένη περιτονίτιδα, πρόκειται για επείγουσα κατάσταση που συνήθως απαιτεί άμεση χειρουργική αντιμετώπιση.
Τα περισσότερα επεισόδια δεν σημαίνουν απαραίτητα μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής επιπλοκής
Ένα ακόμη στοιχείο που έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την εκκολπωματίτιδα είναι ότι οι σοβαρές επιπλοκές δεν εμφανίζονται υποχρεωτικά μετά από πολλές υποτροπές.
Αντίθετα, η επιπλεγμένη μορφή της νόσου συχνά εμφανίζεται ήδη κατά το πρώτο επεισόδιο.
Επομένως, δεν έχει νόημα να προτείνεται προληπτική επέμβαση μόνο και μόνο επειδή ο ασθενής έχει φτάσει σε έναν συγκεκριμένο αριθμό υποτροπών.
Πότε συζητάμε ένα προγραμματισμένο χειρουργείο;
Η απόφαση εξατομικεύεται.
Η χειρουργική αντιμετώπιση εξετάζεται περισσότερο όταν υπάρχουν:
- συχνές ή ιδιαίτερα έντονες υποτροπές
- επίμονα συμπτώματα ανάμεσα στα επεισόδια
- επαναλαμβανόμενες νοσηλείες
- προηγούμενη επιπλεγμένη εκκολπωματίτιδα
- συρίγγιο ή στένωση
- άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο ή δυσκολεύουν τη μελλοντική αντιμετώπιση
Παράλληλα, συνεκτιμώνται η ηλικία, τα συνοδά προβλήματα υγείας, προηγούμενες επεμβάσεις και η επίδραση της νόσου στην καθημερινότητα.
Πώς χειρουργείται η εκκολπωματίτιδα;
Όταν αποφασίζεται προγραμματισμένη χειρουργική θεραπεία, συνήθως αφαιρείται το σιγμοειδές κόλον, όπου εντοπίζεται συχνότερα η εκκολπωματική νόσος.
Μετά την αφαίρεση του πάσχοντος τμήματος, τα δύο υγιή άκρα του εντέρου ενώνονται με αναστόμωση.
Όταν η επέμβαση γίνεται προγραμματισμένα και η οξεία φλεγμονή έχει υποχωρήσει, οι συνθήκες είναι σαφώς διαφορετικές από ένα επείγον χειρουργείο λόγω διάτρησης ή σοβαρής λοίμωξης.
Σε κατάλληλους ασθενείς, η επέμβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί με λαπαροσκοπική ή ρομποτική προσέγγιση.
Θα εξαφανιστούν όλα τα συμπτώματα μετά το χειρουργείο;
Όχι απαραίτητα.
Η αφαίρεση του σιγμοειδούς μειώνει σημαντικά την πιθανότητα νέου επεισοδίου εκκολπωματίτιδας και μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά την ποιότητα ζωής σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα ή επίμονη νόσο.
Ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε κοιλιακή ενόχληση θα εξαφανιστεί μετά την επέμβαση.
Γι’ αυτό, πριν αποφασιστεί ένα προγραμματισμένο χειρουργείο, πρέπει να αξιολογηθεί προσεκτικά αν τα επίμονα συμπτώματα σχετίζονται πράγματι με την εκκολπωματική νόσο ή αν υπάρχει άλλη αιτία.
Τι μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο νέου επεισοδίου;
Μετά την πλήρη υποχώρηση της οξείας φλεγμονής, η διατήρηση ενός γενικότερα υγιεινού τρόπου ζωής συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο υποτροπής.
Συστήνονται μια ισορροπημένη διατροφή, τακτική σωματική δραστηριότητα, διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους και αποφυγή του καπνίσματος. Καλό είναι επίσης να αποφεύγεται η συχνή χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, όταν αυτό είναι εφικτό και σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.
Και μία παλαιότερη σύσταση που πλέον δεν θεωρείται απαραίτητη: οι ασθενείς με εκκολπωμάτωση δεν χρειάζεται να αποκλείουν από τη διατροφή τους ξηρούς καρπούς, σπόρους, καλαμπόκι ή ποπ κορν μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας εκκολπωμάτων.
Συμπέρασμα
Στην εκκολπωματίτιδα, η απόφαση για χειρουργική επέμβαση δεν βασίζεται σε έναν συγκεκριμένο αριθμό επεισοδίων.
Αυτό που καθορίζει την αντιμετώπιση είναι η συνολική εικόνα: η βαρύτητα των επεισοδίων, η παρουσία επιπλοκών, η συχνότητα των υποτροπών, τα συμπτώματα μεταξύ των κρίσεων και η επίδραση της νόσου στην ποιότητα ζωής.
Για αρκετούς ασθενείς, ακόμη και περισσότερα από ένα επεισόδια μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς χειρουργείο. Σε άλλους, όμως, οι επαναλαμβανόμενες υποτροπές ή επιπλοκές όπως το συρίγγιο, η στένωση, η απόφραξη ή η διάτρηση μπορεί να καταστήσουν τη χειρουργική θεραπεία την καταλληλότερη επιλογή.


